Όλγα Μούσιου-Μυλωνά

Προσωπική ιστοσελίδα

Facebook Twitter RSS Feed 
Μοναστήρι PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Ολγα Μουσιου   
Τετάρτη, 18 Αύγουστος 2010 14:31

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ: ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

 

Φλώρινα, 16-3-2003

 

 


Κυρίες και κύριοι,
 
υπάρχουν ορισμένες επέτειοι στην ιστορική μας πορεία ως έθνους που είναι «ταυτόσημες με το φως», είναι επέτειοι που συμπυκνώνουν μέσα τους σημαντικές ιστορικές μνήμες και κατορθώνουν με τη λάμψη τους «να διαπερνούν το σώμα μας, να διατρέχουν την ψυχή μας και να αποδιώχνουν σαν άγγελοι τα παρείσακτα σύννεφα της λήθης».Είναι γιορτές οι οποίες έχουν τη δύναμη να αναπτερώνουν το ηθικό μας, και όπως λέει ο ποιητής «να σηκώνουν το πνεύμα μας, όπως ένα στεφάνι Πρωτομαγιάς, που έχει πέσει από το ανώφλι της πόρτας και να το βάζουν στη θέση του».
 
Μια τέτοια επέτειος λαμπρή είναι και η σημερινή για εμάς που έλκουμε την καταγωγή μας από την περιοχή του Μοναστηρίου και χρόνια τώρα κρατώντας την παράδοση των προγόνων μας συγκεντρωνόμαστε τη μεγάλη μέρα της Κυριακής της Ορθοδοξίας για να τιμήσουμε την αλησμόνητη πατρίδα μας: το Μοναστήρι. Η αγάπη για τον τόπο αυτό είναι η βαθύτερη δύναμη που μας ενώνει με μυστικούς αρμούς και μας ωθεί να βρισκόμαστε σήμερα στην αίθουσα αυτή μαζί με τους πολλούς φίλους των Μοναστηριωτών για να συνεχίσουμε την παράδοση των πατέρων μας.
 
Αρκεί ένα κλείσιμο των ματιών και ανοίγει η πόρτα της ψυχής για τον μεγάλο διάπλου του πνεύματος. Στο πρώτο πέταγμα του νου προβάλλει μπροστά μας στο βάθος της απέραντης πεδιάδας της Πελαγονίας, στους πρόποδες του Περιστερίου, στις όχθες του Υδραγόρα το ξακουστό Μοναστήρι.
 
Το Μοναστήρι μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα ήταν μια άσημη πολιτεία με μικρό αριθμό Μωαμεθανών κατοίκων. Στα πλαίσια των κατοπινών ιστορικών εξελίξεων παρουσίασε διαφοροποίηση της σύστασης και του αριθμού του πληθυσμού της καθώς αναδείχθηκε σε τόπο υποδοχής των Ελληνόφωνων Βλάχων από τα χωριά νοτίως του Γράμμου καθώς και από τη Μοσχόπολη και το Βυθοκούκι. Οι ελληνόφωνοι αυτοί πληθυσμοί ενίσχυσαν την περιοχή του Μοναστηρίου με ένα αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που έδωσε το έναυσμα για μια οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη και ανέδειξε το Μοναστήρι ως αδιαφιλονίκητο διαμετακομιστικό κέντρο της βορειοδυτικής Μακεδονίας.
 
Μια συνοπτική αναφορά στην πληθυσμιακή σύσταση του Βιλαετίου των Βιτωλίων επιβεβαιώνει την ισχυρή παρουσία του ελληνικού στοιχείου στο Μοναστήρι και στην ευρύτερη περιοχή. Στη διερεύνηση αυτή θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στο τέλος του 19ου αιώνα, καθώς η Οθωμανική αυτοκρατορία χάνει σταδιακά την αίγλη και τη δύναμή της, το Βιλαέτι των Βιτωλίων και ιδιαίτερα το σαντζάκι του Μοναστηρίου αποτελεί το μήλο της έριδος μεταξύ των βαλκανικών κρατών, εξαιτίας της στρατηγικής σημασίας της θέσης του και της οικονομικής του ανάπτυξης. Για να διεκδικήσουν όμως τα εδάφη του την κατάλληλη στιγμή, τα διάφορα βαλκανικά κράτη επιδιώκουν την παρουσίαση ισχυρών ιστορικών και εθνολογικών τεκμηρίων(Λ. Τρίχα, 1994).
 
Έτσι υπάρχουν διάφορες στατιστικές, ελληνικές, τουρκικές, βουλγαρικές, σερβικές και ξένων, με εθνολογικά στοιχεία που διαφέρουν μεταξύ τους, καθώς καθεμία από αυτές έγινε για να εξυπηρετηθούν άλλα εθνικά, ιδεολογικά και οικονομικά συμφέροντα. Ενδεικτικά αναφερόμαστε με συντομία στις παρακάτω στατιστικές:
 
Ο Π. Λογοθέτης, Έλληνας πρόξενος στο Μοναστήρι, το 1872 αναφέρει σε έγγραφό του προς το Υπουργείο Εξωτερικών ότι στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου σε συνολικό πληθυσμό 540.000 κατοίκων, οι 320.000 είναι ελληνικής επιρροής (αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, φακ. 1872,υποβολή εκθέσεων Προξένων, Πρόξενος Μοναστηρίου Π. Λογοθέτης προς Υπ. Εξ, αρ.17, Μοναστήρι 18 Ιανουαρίου 1872).
 
Το 1878 οι Ελληνικοί Σύλλογοι Κωνσταντινουπόλεως σε υπόμνημά τους καταγράφουν ότι στο σαντζάκι του Μοναστηρίου κατοικούν 448.000 κάτοικοι, από τους οποίους 278.000 είναι Έλληνες, 60.000 Βούλγαροι, 90.000 Μουσουλμάνοι, 10.000 Εβραίοι, Τσιγγάνοι, κλπ και 10.000 αλλοδαποί (Λ. Τρίχα, 1994).
 
Ο Θωμάς Σπ. Μαρκεζίνης , γραμματέας στο Ελληνικό Προξενείο του Μοναστηρίου το 1881, υποστηρίζει ότι στα σαντζάκια Μοναστηρίου και Κορυτσάς σε συνολικό πληθυσμό 609.800 κατοίκων ελληνικής επιρροής φέρονται οι 312.900 (αρχείο Χαρ. Τρικούπη).
 
Η τουρκική στατιστική αναφέρει 102.968 Έλληνες κατοίκους στο σαντζάκι του Μοναστηρίου, ενώ αργότερα, το 1905 η στατιστική του Χιλμή Πασά καταγράφει στο Βιλαέτι των Βιτωλίων 261.283 Έλληνες και 178.412 Βουλγάρους (Λ. Τρίχα 1994).
 
Αντίθετα στις Βουλγαρικές στατικές είναι προφανής η προσπάθεια να φανεί μειωμένο το ελληνικό στοιχείο, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται αναλήθειες, όπως για παράδειγμα η ψευδής αναφορά στον εθνολογικό χάρτη του 1900-1901 του Χαρτογραφικού Ινστιτούτου της Σόφιας, ότι στο σαντζάκι του Μοναστηρίου δεν κατοικεί ούτε μία ελληνική οικογένεια.
 
Τέλος, ο Γάλλος πρόξενος Bellaigue de Bughas σε εκτενές υπόμνημά του που σώζεται στη σειρά Memoires et Documents, Turquie (115ος τόμος των Γαλλικών αρχείων Α.Μ.Α.Ε.) αναφέρει ότι στον καζά του Μοναστηρίου κατοικούν 104.000 Χριστιανοί, 41.000 Μουσουλμάνοι και 4.000 Εβραίοι και Τσιγγάνοι. Σύμφωνα με τα Γαλλικά αρχεία, το Μοναστήρι έχει 46.000 κατοίκους από τους οποίους είναι 25.000 Μουσουλμάνοι, 17.000 Χριστιανοί, 3.000 Εβραίοι, 1.000 Τσιγγάνοι και 250 ευρωπαίοι (Κ. Βακαλόπουλος, 1990).
 
Για την ίδια περίπου ιστορική περίοδο ο Θ. Μαρκεζίνης (αρχεία Χαριλάου Τρικούπη) αναφέρει ότι στο Μοναστήρι κατοικούσαν 26.000 Χριστιανοί, 14.000 Τούρκοι και 4.000 Εβραίοι, ενώ στις γύρω κωμοπόλεις ( Κρούσοβο, Μηλόβιστα, Μεγάροβο, Τύρνοβο, Γκόπεσι, Νιζόπολη) ο πληθυσμός ήταν σχεδόν αμιγώς ελληνοβλαχικός (Λ. Τρίχα, 1994).
 
Το Μοναστήρι ως αστική συγκρότηση με υψηλό επίπεδο διαβίωσης αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου κύματος αστυφιλίας, που εκδηλώθηκε στη Μεσόγειο μετά το 1800 στα πλαίσια μιας γενικότερης πληθυσμιακής ανόδου (Β. Γούναρης, 1998). Η πληθυσμιακή αύξηση επέφερε την επέκταση της αγροτικής και της κτηνοτροφικής παραγωγής, η οποία με τη σειρά της έδωσε μεγάλη ώθηση στις εμπορικές συναλλαγές και το διαμετακομιστικό εμπόριο. Παράλληλα, εντατικοποιήθηκε η βιοτεχνία και η ελαφρά βιομηχανία και το νέο εμπορικό κέντρο πλαισιώθηκε από τον ανάλογο διοικητικό και  στρατιωτικό μηχανισμό.
 
Η πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή του Μοναστηρίου, όπως διαμορφώθηκε στις αρχές και τα μέσα του 19ου αιώνα ευνόησε την ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη της γύρω περιοχής και την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί επακριβώς πόσοι ήταν οι Βλάχοι την περίοδο εκείνη. Ο Β. Γούναρης (1999) αναφέρει ότι ο V. Chirol το 1880 εκτίμησε το συνολικό πληθυσμό μεταξύ 20-25 χιλιάδων και ο A. Hulme-Beaman το 1840 ανέβασε τον αριθμό σε 42.000 από τους οποίους οι 12.000 ήταν Βλάχοι και οι 8.000-9.000 Βούλγαροι.
Σημαντικότερο γεγονός βέβαια, από τα ποικίλα αριθμητικά δεδομένα αποτελεί αυτή η πολυπολιτισμική, πολυεθνική και πολυθρησκευτική συνύπαρξη διαφόρων ανθρώπων που συνέπηξαν μια πολύ ενδιαφέρουσα κοινότητα. Σε αυτή την ανομοιογενή από άποψη εθνολογικής σύστασης του πληθυσμού της κοινωνία, που ήταν «ένα ειδωλοσκόπιον εθνικοτήτων και θρησκευμάτων, μωσαϊκό φυσιογνωμιών και αμφιέσεων» (Γ. Χατζηκυριακού 1906), η ελληνοβλαχική κοινότητα κατείχε σημαντική και περίοπτη θέση.
 
Ο ανταποκριτής της εφημερίδας Standard, A. Hulme- Beaman που επισκέφθηκε το Μοναστήρι το 1889 κατέγραψε ότι «όλος ο πλούτος και η ευφυία των κατοίκων βρίσκεται στους Βλάχους». Λίγο αργότερα, το 1894 ο Sh. Eliot ερχόμενος στο Μοναστήρι αναφέρθηκε σε «μια μεγάλη αποικία ελληνόφωνων Βλάχων, που δε διακρίνονται από τους πραγματικούς Έλληνες παρά μόνο από την καταγωγή τους». Παρόμοιες απόψεις εκφράζουν η λαογράφος Lucy Garnett και ο Βρετανός πρόξενος Wilkie Youhg (στο Β. Γούναρης 1998).
 
Η ελληνοβλαχική κοινότητα του Μοναστηρίου είχε ως ισχυρότερο σύνδεσμο της ενότητάς της την Ορθόδοξη Πίστη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και είχε ως πνευματικό και ουσιαστικό αρχηγό της τον επιχώριο Μητροπολίτη. Εκλεκτά στελέχη, όπως οι ευεργέτες των ιδρυμάτων και των σχολείων της κοινότητας και οι εκπρόσωποι των συντεχνιών, εξέλεγαν 28μελή αντιπροσωπεία.
 
Η αντιπροσωπεία  αυτή εξέλεγε τη Δημογεροντία για την εκδίκαση των ιδιωτικών υποθέσεων, την εκκλησιαστική επιτροπή για την διαχείριση των εκκλησιών, την εφορεία των σχολείων, την εφορεία του νοσοκομείου, την επιτροπή του νεκροταφείου και την εξελεγκτική επιτροπή. Αυτά τα επίσημα όργανα διαχειρίζονταν όλες τις δομές της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πρόνοιας και η ύπαρξής τους καταδεικνύει την άρτια οργάνωση της ελληνοβλαχικής κοινότητας του Μοναστηρίου.
 
Η εκπαίδευση ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των Μοναστηριωτών και τα εκπαιδευτικά ζητήματα απασχολούσαν σοβαρά τους ιθύνοντες. Στο Μοναστήρι υπήρχαν ελληνικά σχολεία για όλα τα ηλικιακά επίπεδα: Γυμνάσιο, Αστική Σχολή, ένα λαμπρό Παρθεναγωγείο, δύο Δημοτικές Σχολές, τέσσερα Νηπιαγωγεία και Γραμματοδιδασκαλείο. Τα εκπαιδευτικά αυτά ιδρύματα επιβεβαιώνουν την αγάπη της ελληνικής κοινότητας για τα γράμματα και τις σπουδές.
Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι το μοναστηριώτικο Αλφαβητάριο του Αν. Ζάλλη (1911) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα παιδοκεντρικού και εκσυγχρονισμένου για την εποχή του σχολικού εγχειριδίου.
 
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε και η οικονομική ζωή του Μοναστηρίου, που παρουσίασε ιδιαίτερη ανάπτυξη μετά τον ερχομό των Ελληνοβλάχων. Όπως αναφέρει ο Κ. Βακαλόπουλος (1990),ο ελληνικός πληθυσμός του Μοναστηρίου αποτελούνταν κυρίως από επαγγελματίες, εμπόρους και βιομηχάνους. Υπήρχαν 116 Έλληνες έμποροι, οι οποίοι διακρίνονταν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με το ύψος των κεφαλαίων τους.
 
Στη διάρθρωση της οικονομικής ζωής της πόλης σημαντικότατη θέση κατείχαν οι συντεχνίες, τα λεγόμενα «ισνάφια». Συνολικά υπήρχαν 69 συντεχνίες, 41 ήταν χριστιανικές, 19 τουρκικές και 9 εβραϊκές. Σε πολλές από αυτές ήταν συσσωματωμένοι Χριστιανοί και Τούρκοι με αντιπροσωπευτικό πρόεδρο. Τα μέλη των ισναφιών ασχολούνταν με τη διεκπεραίωση οικονομικών θεμάτων, την πληρωμή φορολογικών τελών, τις προσλήψεις εργατικού δυναμικού, την εισδοχή νέων μελών, αλλά και με διάφορες κοινωνικές διεκδικήσεις, γιατί οι αναφορές και οι διαμαρτυρίες με τη σφραγίδα της συντεχνίας είχαν βαρύτητα ακόμη και για την τουρκική κυβέρνηση της εποχής. Για παράδειγμα, οι συντεχνίες το 1826 πέτυχαν την ακύρωση της τουρκικής απόφασης με την οποία παραχωρούνταν το μισό Μοναστήρι στους Βουλγάρους.
 
Στα ισνάφια των ειδών διατροφής συγκαταλέγονταν σε ξεχωριστές συντεχνίες οι μυλεργάτες, οι αλευροποιοί, οι ψωμάδες, οι κρεοπώληδες, οι λαχανοπώληδες, οι μπακάληδες, οι οπωροπώληδες, οι στραγαλατζήδες, οι κρασέμποροι, οι ξενοδόχοι, οι μάγειροι, οι καφετζήδες, οι ζαχαροπλάστες, οι γιαουρτζήδες, οι παγωτατζήδες και οι χαλβατζήδες. Στα ισνάφια των βιοτεχνών ανήκαν οι υφαντάδες, οι πιλοποιοί, οι ραφτάδες, οι κεντητές, οι γουναράδες, οι βυρσοδέψες, κ.ά.Οι συντεχνίες της επεξεργασίας των μετάλλων περιελάμβαναν τους χρυσοχόους, τους σιδεράδες, τους χαλκάδες, τους κλειδαράδες, τους πεταλωτήδες, τους καλαϊτζήδες, τους τενεκετζήδες, κ.ά. Επίσης, ξεχωριστές συντεχνίες αποτελούσαν οι παπλωματάδες, οι σαμαράδες, οι μαραγκοί, οι σχοινοπώληδες, οι κηροποιοί, οι βαρελοποιοί, οι κεραμιδάδες, οι καπνέμποροι, οι ξυλέμποροι, οι ασβεστέμποροι, οι κουρείς, κ.ά.
 
Η ελληνική κοινότητα του Μοναστηρίου είχε εκδώσει και δικό της νόμισμα, τους «καϊμέδες».
 
Φημισμένα προϊόντα που παράγονταν στο Μοναστήρι και αποτελούσαν αντικείμενο εξαγωγής ήταν τα καλοραμμένα έτοιμα ενδύματα, ονομαστά σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία, τα περίτεχνα χρυσοποίκιλτα κεντητά που στόλιζαν τις ωραίες ανδρικές και γυναικείες φορεσιές και τα εντυπωσιακά υφαντά με πρώτες τις μοναδικές μάλλινες κουβέρτες του Μεγαρόβου. Το Μοναστήρι ήταν ξακουστό για τα φιλιγκράμ του με ασήμι και χρυσό. Οι επιδέξιοι χρυσοχόοι κατασκεύαζαν τα ζαρφ για τα φλυτζάνια του καφέ, λαβές για καθρέφτες και μαχαίρια, αγκράφες και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.
 
Όλη αυτή η οικονομική άνθηση είχε ως αποτέλεσμα το υψηλό βιοτικό επίπεδο του ελληνικού πληθυσμού. Οι ευρωπαϊκές επιρροές στην αρχιτεκτονική, τη διακόσμηση και τις ενδυμασίες ήταν εμφανής. Τα περισσότερα ελληνικά σπίτια ήταν χτισμένα σύμφωνα με το νεοκλασικό και εκλεκτικίστικο ρυθμό, περίτεχνα στολισμένα με γύψινες γιρλάντες. Ο εσωτερικός διάκοσμος αντικατόπτριζε την παραδοσιακή νοικοκυροσύνη και την οικονομική ευμάρεια των περισσότερων οικογενειών.
 
Οι Βλάχες Μοναστηριώτισσες φημίζονταν για τα υπέροχα κοφτά ασπροκεντήματά τους στα σεντόνια, τις μαξιλαροθήκες και τα τραπεζομάντηλα, για τα πολύχρωμα υφαντά κιλίμια, τις κουβέρτες και τις φλοκάτες. Οι αστικές ενδυμασίες, όπως αναφέρει η Β. Σμυρνιού-Παπαθανασίου (1989), ήταν κοστούμια με παπιγιόν για τους άνδρες και μεταξωτά φορέματα για τις γυναίκες συνοδευόμενα από όμορφα καπέλα, ασορτί παρασόλι και γάντια. Στις αγροτικές περιοχές οι φορεσιές ήταν φτιαγμένες από βαμβακερά και μάλλινα υφάσματα και οι γυναικείες συνοδεύονταν από περίτεχνα κεντημένες ποδιές.
 
Όμορφη κι ενδιαφέρουσα ήταν η μοναστηριώτικη ζωή, γεμάτη ζωντάνια, κοινωνικότητα και δράση. Διαβιώντας σε ένα κλίμα οικονομικής άνθησης, πολιτιστικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευφορίας, οι Έλληνες Μοναστηριώτες είχαν αναπτύξει ευγένεια κι εγκαρδιότητα στην επικοινωνία, ευρύτητα στη σκέψη και τη δράση, δεκτικότητα και ανοχή στο διαφορετικό, εργατικότητα και φιλομάθεια.
 
Η κοινωνική τους ζωή ήταν πλούσια. Οι απογευματινές βεγγέρες , με τις βλάχικες πίττες και το σιμιγδαλένιο χαλβά, έδιναν το έναυσμα για μια γνήσια επικοινωνία και ανταλλαγή ειδήσεων. Οι μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης ήταν αφορμή για τη διαιώνιση των παραδοσιακών εθίμων που έδιναν την πεμπτουσία στη ζωή των Μοναστηριωτών. Τα κάλαντα των Χριστουγέννων, η «πλατσίντα» της Πρωτοχρονιάς, η «χάσκα» της Αποκριάς, τα πλεχτά καλαθάκια από κερί της Λαμπρής, τα σταμνάκια στη μνήμη των νεκρών , ήταν μερικά από τα πιο διαδεδομένα έθιμα, που λάμπρυναν και διάνθιζαν τις  μεγάλες γιορτές και τις σημαντικές εκδηλώσεις των Βλάχων του Μοναστηριού.
 
Και μέσα σε όλες τις επετείους ξεχώριζε μια γιορτή με ιδιαίτερη σημασία: η Κυριακή της Ορθοδοξίας. Τη μέρα αυτή οι σκλαβωμένοι Έλληνες Μοναστηριώτες τιμούσαν τους δωρητές και τους ευεργέτες και γιόρταζαν τον ξεσηκωμό του γένους που δεν χάρισε το δώρο της ελευθερίας στη Μακεδονία, προσδοκώντας με την αναστήλωση των εικόνων την απελευθέρωση και της δικής τους πατρίδας. Ταυτόχρονα, η γιορτή αυτή σηματοδοτούσε την προσήλωση των Ελλήνων στο Ορθόδοξο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Τη συγκεκριμένη  επέτειο τιμούν ακόμη και σήμερα ευλαβικά οι Μοναστηριώτες της πρώτης γενιάς, όπου υπάρχουν, αλλά και τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
 
Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όλη αυτή η οικονομική και πολιτιστική ευημερία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα κλίμα εθνικών συγκρούσεων, όπου τα Βαλκάνια και ιδίως το Βιλαέτι των Βιτωλίων έγινε πεδίο μεγάλων αντιπαραθέσεων. Η αναγνωρισμένη πλέον Βουλγαρία προέβαλε επεκτατικές διεκδικήσεις και με τη συνδρομή της Βουλγαρικής Εξαρχικής Εκκλησίας μεθόδευε εντατικούς προσηλυτισμούς στη Β. Μακεδονία.
 
Οι Έλληνες δέχονταν πολύπλευρα πλήγματα: ο μακεδονικό-βουλγαρικός αλυτρωτικός φορέας, η Ε.Μ.Ε.Ο., παραπλανούσε τους αγρότες υποσχόμενη ελευθερία και οικονομική ευημερία, οι Βερχοβιστές προωθούσαν την ένωση της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία και οι Τσεντραλιστές προέβαλαν την ιδέα της αυτόνομης Μακεδονίας. Παρά τις ασφυκτικές πιέσεις οι Έλληνες επέδειξαν ακλόνητο εθνικό φρόνημα και αρραγή πίστη. Δεν μπόρεσαν, όμως, τελικά να αποφύγουν τις μοιραίες εξελίξεις που κυοφορούνταν στα Βαλκάνια .
 
Η Γερμανοβουλγαρική κατοχή στη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και η «ουδετερότητα» του ελλαδικού κράτους, που μόνο ως αδιαφορία μπορεί να ερμηνευτεί, επιδείνωσαν τη θέση των Ελλήνων. Μια από τις πιο τραγικές σελίδες του Ελληνισμού γράφτηκε στο Μοναστήρι την περίοδο 1913-1916. Οι Έλληνες υπέστησαν ανελέητες διώξεις από τους «κομιτατζήδες»,αλλά και από τους βομβαρδισμούς των συμμαχικών Αγγλο-γαλλικών δυνάμεων. Απελάσεις, τρομοκρατίες, στυγνές δολοφονίες, λιμοκτονίες,……συνιστούν τις διαστάσεις μιας άγριας γενοκτονίας, που οδήγησε τον Ελληνισμό του Μοναστηρίου στο δρόμο της προσφυγιάς.
 
Όπως αναφέρει η ιστορικός  Σ. Ηλιάδου-Τάχου, «το Μοναστήρι και η Πελαγονία ολόκληρη χάθηκαν για δεύτερη φορά για τον Ελληνισμό εκείνες της αλήστου μνήμης μέρες της στυγνής βουλγαρικής κατοχής. Ο Ελληνισμός τους γνώρισε τη «Μεγάλη Έξοδο» κουβαλώντας το βαρύ φορτίο του πόνου και της πικρίας που ουδέποτε αποτιμήθηκε. Ήταν για μια ακόμα φορά ο αμνός ο αίρων τας ανομίας των ταγών που δεν είχαν επίγνωση του χρέους τους.»
 
Αυτή η πικρία κατακλύζει και όλους εμάς όσες φορές με οδηγό τη νοσταλγία ξεκινάμε για ένα οδοιπορικό μνήμης και τιμής στο Μοναστήρι. Το ζοφερό σήμερα του «χαμένου μας παράδεισου» μας φέρνει στο νου τους στίχους του ποιητή:
 
«Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν
τ’ αγόρια μου τουφέκια βαστούν
μα δεν κατέχουν…
Πού να βρω την ψυχή μου ,
Το τετράφυλλο δάκρυ…»
 
Και την απάντηση τη γνωρίζουμε , γιατί το βαθύτερο και αγνότερο κομμάτι της ψυχής μας θα το βρούμε εκεί, στην αλησμόνητη πατρίδα μας, το δοξασμένο Μοναστήρι. Και αν κάτι μακραίνει τα νήματα των ελπίδων μας είναι αυτή η επιθυμία της επιστροφής , έστω για λίγο, στην πατρογονική γη, ένα συναίσθημα που αναρριπίζει τις μύχιες διαθέσεις μας και μας δίνει την αισιοδοξία και τη δύναμη για να συνεχίσουμε να θυμόμαστε, να τιμάμε, να προσδοκούμε και να προσμένουμε. Σας ευχαριστώ.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 
Βακαλόπουλος, Κ. (1990), Πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή του                                  Πασαλικιού Μοναστηρίου στα μέσα του 19ου αιώνα, έκδ. Δημόσια                       Βιβλιοθήκη Φλώρινας «Βασιλική, Πιτόσκα – Βαρνά», Φλώρινα.
 
Γούναρης, Β. (1998), «Στο Μοναστήρι το 1897», περ. Εταιρία, 31, σελ. 3-10.
 
Γούναρης, Β.(1999), Στις όχθες του Υδραγόρα : Οικογένεια, οικονομία και αστική κοινωνία στο Μοναστήρι, 1897- 1911, εκδ. Τροχαλίας, Αθήνα.
 
Ζάλλη, Γ. Αν. (1911), Αλφαβητάριον, έκδ. Δημόσιας Βιβλιοθήκης Φλώρινας «Βασιλική, Πιτόσκα – Βαρνά» Μάιος, 1992, Φλώρινα.
 
Ηλιάδου – Τάχου, Σ. (2000), «Το κατεχόμενο από τους Γερμανοβουλγάρους Μοναστήρι στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου,  περ. Αριστοτέλης 256 – Πρέσπες 2000, σελ. 21-31.
 
Σμυρνιού – Παπαθανασίου, Β.(1989), Μοναστήρι – Ιστορική Περιπλάνηση στην Πάτρια γη, Θεσσαλονίκη.
 
Τρίχα, Λ. (1994), Το Βιλαέτι Βιτωλίων το 1881, έκδ. Δημόσια Βιβλιοθήκη Φλώρινας «Βασιλικής Πιτόσκα – Βαρνά», Φλώρινα.
 
Χατζηκυριακού, Γ. (1906), Σκέψεις και εντυπώσεις εκ περιοδείας (ανά την Μακεδονίαν) μετά τοπογραφικών, ιστορικών και αρχαιολογικών σημειώσεων, Αθήνα, σ. 81.
 
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Κοινωνικές Παρεμβάσεις Μοναστήρι
Διαφήμιση

Στατιστικά

Μέλη : 2
Περιεχόμενο : 166
Σύνδεσμοι : 6
Εμφανίσεις Περιεχομένου : 472574